Άποψη: “Το Πανεπιστήμιο για μια ελεύθερη κοινωνία και γνώση”

Γράφει ο Γιώργος Μπαλωμένος*

Η ανακίνηση, από πολιτικά κόμματα και φορείς,  του αιτήματος για Αναθεώρηση του Συντάγματος, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της αλλαγής του άρθρου 16, που αφορά την ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων στη χώρα μας.

Η ανάγκη για αλλαγή του άρθρου 16 είναι απόρροια της διαχρονικής παθογένειας των δημόσιων πανεπιστημίων, εξ αιτίας της έλλειψης σωστής οργάνωσης, διοίκησης και εκπαιδευτικής  λειτουργίας. Στοιχεία που οδήγησαν τα δημόσια πανεπιστήμια στο να μην είναι ανταγωνιστικά και αξιόπιστα σχετικά με την ποιότητα τους.

Αποτέλεσμα αυτής της υποβάθμισης είναι πολλές σχολές και τμήματα  να βρίσκονται πολύ χαμηλά στη σειρά κατάταξης, όσον αφορά την αξιολόγηση τους σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι να χαρακτηρίζονται μη ανταγωνιστικές και να μην επιλέγονται για σπουδές τόσο από τους ξένους, όσο και από ένα μέρος  Ελλήνων φοιτητών, οι οποίοι προτιμούν πανεπιστήμια άλλων χωρών, που θεωρούνται ανώτερα στην ποιότητα σπουδών και δίνουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές.

Το πρόβλημα της υποβάθμισης των δημόσιων πανεπιστημίων έχει τις ρίζες του στις  συνεχείς αλλαγές στην Παιδεία, οι οποίες έγιναν κυρίως με πολιτικά κριτήρια και λιγότερο με εκπαιδευτικά. Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν από τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας, στράφηκαν σε λάθος κατεύθυνση μ’ αποτέλεσμα το εκπαιδευτικό σύστημα να μην καρποφορήσει. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει, δημιουργήθηκε μια κατάσταση, που βοήθησε την ανάπτυξη του λειτουργικού αναλφαβητισμού, καθώς οι μαθητές, ενώ έχουν παρακολουθήσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, αδυνατούν να διατυπώσουν με σαφήνεια τη σκέψη τους και να κατανοήσουν, επαρκώς, τον προφορικό και γραπτό λόγο. Παρατηρείται αδυναμία ανάπτυξης της κριτικής σκέψης των μαθητών, ενώ παράλληλα  δεν βελτιώνουν τις γνωστικές τους δεξιότητες.

Η πρωτοβάθμια, η δευτεροβάθμια και η τριτοβάθμια εκπαίδευση χρειάζονται βήματα εκσυγχρονισμού, έτσι ώστε η Παιδεία να λειτουργεί υπό το φάσμα της μορφωτικής συνέχειας. Έτσι, η πανεπιστημιακή εκπαίδευση θα έχει βάσεις που θα εδράζονται στα θεμέλια των μικρότερων τάξεων του σχολείου. Πρέπει, λοιπόν,  να προωθηθεί σειρά μέτρων σχετικά με την οργάνωση της διδασκαλίας και της μάθησης, με κύριο στόχο  την προσαρμογή της διδασκαλίας στις ικανότητες, στην επίδοση, στα ενδιαφέροντα και στις ιδιαίτερες δεξιότητες κάθε μαθητή. Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργηθούν οι καλύτερες δυνατές συνθήκες για την προσωπική  ανάπτυξη του μαθητή, ενώ παράλληλα θα μπορεί να αφομοιώσει, επί της ουσίας, το εκπαιδευτικό και γνωστικό αντικείμενο. Βασικός παράγοντας για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων είναι η σταθερότητα του συστήματος εκπαίδευσης, ο σωστός μακροχρόνιος σχεδιασμός και η ένταξη των νέων τεχνολογιών σε κάθε σχολικό συγκρότημα της χώρας.

Τα δημόσια πανεπιστήμια,  ακόμη και σήμερα, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλλουν,  αδυνατούν να προάγουν με ορθό τρόπο τη γνώση, καθώς στερούνται κονδύλια για έρευνα, επάρκεια στο διδακτικό προσωπικό και, κυρίως, πλαίσιο δημοκρατικής λειτουργίας. Όλα αυτά διατηρούν το εκπαιδευτικό επίπεδο στάσιμο και κατά συνέπεια δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο στους φοιτητές για αριστεία και διεθνή διάκριση.

Σημαντική παράμετρος στην κακή λειτουργία των πανεπιστημίων είναι και ο τρόπος με τον οποίο διοικούνται τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η αυθεντία των  καθηγητών, οι οποίοι λειτουργούν με συντεχνιακά κριτήρια, καθιστούν δύσκολη την είσοδο και ανέλιξη, στην πανεπιστημιακή κοινότητα, νέων και ικανών ατόμων,  που μπορούν να σταδιοδρομήσουν με σύγχρονες ιδέες και απόψεις.

Σε πολλές περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί αδιαφάνεια στην πρόσληψη του εκπαιδευτικού και υπαλληλικού προσωπικού. Η πρόσληψη ατόμων, με υποψία προσωπικών ή συλλογικών εξυπηρετήσεων και όχι με ακαδημαϊκά κριτήρια, έρχεται αντίθετη με το νόμο και την ακαδημαϊκή ηθική. Ως αποτέλεσμα έχουμε την εξαίρεση ικανών επιστημόνων, οι οποίοι αναγκάζονται να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στο εξωτερικό.

Ένα ακόμα στοιχείο που λειτουργεί αρνητικά στον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι και οι μειώσεις των κρατικών δαπανών, τόσο για τη λειτουργία τους, όσο και για τον τομέα της έρευνας. Έχουν παρατηρηθεί πολλές σπατάλες, ενώ εξαιτίας της οικονομικής κρίσης το κράτος αναγκάζεται καθημερινά να περικόπτει πόρους για την Παιδεία, με αποτέλεσμα να μην αναπτύσσεται η τριτοβάθμια εκπαίδευση και να μην μπορεί να ανταποκριθεί στο έργο της. Άλλωστε τα πανεπιστήμια ακόμη δεν διαθέτουν οικονομική  αυτοτέλεια, παρότι είναι θεσμοθετημένη, ούτε επιτρέπεται η εισροή ιδιωτικών κονδυλίων.

Η ίδρυση πανεπιστημιακών σχολών, τις προηγούμενες δεκαετίες, σε όλες σχεδόν τις πόλεις της χώρα δημιούργησε πολλά προβλήματα στις κτιριακές υποδομές τους. Πρόκειται για μια άναρχη αποκέντρωση η οποία εξυπηρέτησε μόνο μικροκομματικά συμφέροντα. Σήμερα,  λόγω των οικονομικών συνθηκών, το κράτος δεν  μπορεί να καλύψει τις ανάγκες τους. Κτίρια παλιά, κακοσυντηρημένα, ακόμη και επικίνδυνα, φιλοξενούν την πανεπιστημιακή κοινότητα. Οι φοιτητικές εστίες και οι εστίες σίτισης των φοιτητών  είναι σε θλιβερή, τριτοκοσμική κατάσταση. Καθημερινές είναι οι καταγγελίες για τον αδιαφανή τρόπο λειτουργίας τους και την κατασπατάληση δημόσιου χρήματος. Τέτοιες συνθήκες δεν βοηθούν  το φοιτητή να σπουδάσει απερίσπαστος, να λειτουργήσει πανεπιστημιακά και να διακριθεί.

Ο Θεσμός των πολλαπλών  συγγραμμάτων αποτελεί μια θετική εξέλιξη, καθώς βοηθάει  τους φοιτητές να ενισχύσουν και να διευρύνουν το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών τους. Πρόκειται για ένα νέο σύστημα που καθιέρωσε το ΥΠΕΠΘ, μέσα στο πλαίσιο της σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής. Κάθε πακέτο συγγραμμάτων που προτείνεται από τους διδάσκοντες για ένα μάθημα, περιλαμβάνει ένα βιβλίο και ένα βοήθημα. Εάν οι διδάσκοντες θεωρούν ότι δεν καλύπτεται η ύλη μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να ζητήσουν από το υπουργείο επιπλέον βιβλία. Ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο καταργείται η αυθεντία του ενός συγγράμματος. Η έλλειψη όμως των κατάλληλων υποδομών, βιβλιοθηκών, αναγνωστηρίων, καθώς και ψηφιοποίησης των συγγραμμάτων, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην υλοποίηση αυτού του προγράμματος.

Δυστυχώς αν και βρισκόμαστε στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης στην χώρα μας οι εκπαιδευτικοί μέθοδοι εξελίσσονται με πολύ αργούς ρυθμούς. Οι νέες τεχνολογίες αποτελούν όνειρο για πολλές σχολές και φυσικά φοιτητές. Και αυτό γιατί δεν χρησιμοποιούνται, ευρέως, όπως στο εξωτερικό. Οι πληροφορίες υπάρχουν, τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, αλλά η διαδικασία με την οποία λειτουργούν ακόμα οι πανεπιστημιακές σχολές στην Ελλάδα  θυμίζουν παλιές εποχές όπου ακόμα δεν είχαν αναπτυχθεί οι τεχνολογικές δυνατότητες υποστήριξης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Ένα από τα αρνητικά στοιχεία των πανεπιστημίων μας είναι το γεγονός ότι πολλές φορές γίνονται χώροι κομματικής αντιπαράθεσης, είτε καταφύγια η και ορμητήρια εξτρεμιστικών και εγκληματικών στοιχείων που καμία σχέση δεν έχουν με την πανεπιστημιακή κοινότητα και το ρόλο της.

Ο ρόλος του πανεπιστημιακού ασύλου υπάρχει για να προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, απόψεων και θέσεων της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά με τον τρόπο που λειτουργεί στη χώρα μας αποτελεί μεγάλη γάγγραινα. Το χρησιμοποιούν  ως ασπίδα και καταφύγιο περιθωριακά στοιχεία, εκτός της πανεπιστημιακής κοινότητας (αναρχικοί, ναρκομανείς, παράνομοι διακινητές εμπορευμάτων), με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ομαλή λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, να καταστρέφονται ή και να βεβηλώνονται οι χώροι τους. Εμφανίζουν έτσι μια εικόνα αποκρουστική, που ενισχύει την παραβατικότητα και τα καθιστά ανυπόληπτα σε διεθνές επίπεδο. Τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Θεσσαλονίκη υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα όπου, σύμφωνα με έγκυρα δημοσιεύματα, κατ’ επανάληψη γίνονται χώροι διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών, καθώς και ορμητήρια μπαχαλάκηδων, οι οποίοι ανάβουν φωτιές ή προπηλακίζουν καθηγητές ή έρχονται σε αντιπαράθεση με τα όργανα της τάξης.

Οι μεταπτυχιακές σπουδές είναι οικονομικά ασύμφορες για το μέσο Έλληνα φοιτητή σε σχέση με αυτό που προσφέρουν, συγκριτικά με τα μεταπτυχιακά προγράμματα ξένων πανεπιστημίων.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραπάνω παραμέτρους,  το δημόσιο πανεπιστήμιο χρειάζεται γενναίες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να γίνει περισσότερο ανταγωνιστικό. Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη για τη συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να αλλάξει το αναχρονιστικό άρθρο 16και να επιτραπεί η ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε σοβαρά ιδρύματα του εξωτερικού να ανοίξουν παραρτήματα στην Ελλάδα.

Η ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια πρόταση επιλογής και αυτό γιατί θα αποτελούσε μια ευκαιρία για  σημαντικές επενδύσεις στον τομέα της γνώσης. Ειδικά εάν αυτά τα ιδρύματα  ήταν παραρτήματα μεγάλων ξένων και με κύρος πανεπιστημίων με πλούσια εμπειρία. Εάν μάλιστα αυτά συνδέονταν με την αγορά εργασίας και την παραγωγική διαδικασία.

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν θα αντιστρατεύονται τα δημόσια, ούτε στόχος είναι να  τα αντικαταστήσουν. Αντιθέτως, θα έρθουν να δώσουν την ευκαιρία ελεύθερης επιλογής των πολιτών, οι οποίοι θα επιλέγουν με βάση ορθολογικά κριτήρια ποιότητας. Θα προσφέρουν μια εναλλακτική επιλογή πέρα από τον έλεγχο του κράτους. Επίσης θα αυξηθεί ο ανταγωνισμός και θα συμπαρασύρει και τα δημόσια πανεπιστήμια σε ένα καλύτερο επίπεδο λειτουργίας και παροχής μόρφωσης στα πρότυπα των μεγάλων ξένων πανεπιστημίων.

Μια ακόμα σημαντική παράμετρος είναι ότι θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας για εκπαιδευτικούς, θα προωθήσουν την έρευνα στην Ελλάδα με νέα κεφάλαια και η λειτουργία τους θα γίνεται ανεμπόδιστα, χωρίς να μετατρέπονται σε άντρα παραβατικότητας. Δεν θα δρουν περιθωριακά στοιχεία, ούτε θα γίνονται απεργίες, άρα χαμένες διδακτικές ώρες και εξεταστικές περίοδοι, οι κτιριακές υποδομές θα είναι καλύτερες και θα προστατεύεται η ελεύθερη διακίνηση ιδεών μακριά από την κομματικοποίηση.

Βεβαίως, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα. Σε αυτά τα πανεπιστημιακά ιδρύματα θα ήταν δύσκολο να φοιτήσει ο  μέσος Έλληνας, καθώς τα δίδακτρα θα ήταν υψηλά για τη μέση οικογένεια, άρα σε αυτά θα πήγαιναν μόνο οι έχοντες την οικονομική δυνατότητα; Το ζητούμενο δεν είναι ο περιορισμός,  αλλά το «άνοιγμα» που επιθυμούν να γίνει προς την κοινωνία και τον φοιτητικό κόσμο. Θα μπορούσαν, λοιπόν, να λειτουργήσουν σε ένα ανταποδοτικό πλαίσιο για το φοιτητή που έχει ικανότητες και δυνατότητες να ξεχωρίσει, προσφέροντας υποτροφίες, ενώ τα φοιτητικά δάνεια αποτελούν επίσης ένα καλό κίνητρο. Τα δίδακτρα θα ήταν θεμιτό να είναι προσαρμοσμένα στα οικονομικά δεδομένα της Ελλάδας, ώστε να έλξουν περισσότερους ενδιαφερόμενους, χωρίς όμως να χάνεται η ποιότητα των παροχών. Εκπτώσεις στα δίδακτρα, αλλά όχι στη γνώση.

Επίσης, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, θα προσελκύσουν και ξένους φοιτητές, ενώ θα μειώσουν και τον αριθμό των Ελλήνων φοιτητών που επιλέγουν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι θα αυξηθεί το ΑΕΠ, καθώς είτε θα εισρέουν κεφάλαια από το εξωτερικό, είτε θα παραμένουν στο εσωτερικό.

Είναι φανερό  ότι χρειάζεται ένα νέο σύγχρονο, αξιόπιστο και ανταγωνιστικό πλαίσιο λειτουργίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στη χώρα μας. Εννοείται ότι δεν μιλάμε για μια ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίηση της γνώσης. Μιλάμε για πολλές και μεγάλες αλλαγές, ώστε να αποκτήσουμε αξιοπιστία και ανταγωνιστικότητα διεθνώς στα πανεπιστήμια μας, δημόσια και ιδιωτικά.  Βασική προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι  όλες οι πολιτικές δυνάμεις  του τόπου, να αποφασίσουν να λειτουργήσουν από κοινού, χωρίς σκοπιμότητες και μακριά από ιδεοληψίες και ιδεολογήματα του παρελθόντος.

Είναι επιτακτική ανάγκη να χτιστεί από την αρχή, με διάλογο, ένα νέο πανεπιστημιακό περιβάλλον, που να μπορεί να σταθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Αφενός μεν ένα δημόσιο πανεπιστήμιο λειτουργικό που να στηρίζει τους φοιτητές, να είναι δίπλα  στον καθηγητή και να παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, ώστε να επιτελεί το θεσμικό και κοινωνικό ρόλο του.

Αφετέρου δε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο που θα στηρίζεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας. Να υπάρχει έλεγχος στο εκπαιδευτικό επίπεδο διδασκαλίας και στον τίτλο σπουδών,  διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση και στη διοίκηση τους, να είναι συνδεδεμένα με αναγνωρισμένα διεθνώς πανεπιστήμια και να έχουν προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς τίτλους.

Με αυτές τις προϋποθέσεις λειτουργίας,  τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, θα αναβαθμίσουν τις σπουδές, θα δημιουργήσουν υγιές ανταγωνιστικό περιβάλλον και θα δώσουν τη δυνατότητα σε περισσότερα άτομα να αποκτήσουν τη γνώση ευρωπαϊκού επιπέδου εντός της Ελλάδος. Ένα πρότυπο που θα λειτουργήσει ως παράδειγμα προς μίμηση συμπαρασύροντας και το δημόσιο τομέα.

Στην εποχή μας είναι κοινά αποδεκτό ότι η γνώση είναι το μεγάλο όπλο μιας κοινωνίας που θέλει να προχωρήσει και να αναπτυχθεί. Οι χώρες που παράγουν γνώση, έχουν και το συγκριτικό πλεονέκτημα να κατακτήσουν το στοίχημα του μέλλοντος, γιατί η γνώση γίνεται λειτουργική στη βιομηχανία, στην επιστήμη στην κοινωνία. Απαντάει στα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων κάνοντας καλύτερες τις συνθήκες διαβίωσης τους και βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής τους.

Κατά συνέπεια, η επίτευξη όλων αυτών προϋποθέτει ελευθερία και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, στις ικανότητες και δυνατότητές τους, μακριά από κρατικό εναγκαλισμό και πολιτικό έλεγχο που είναι τροχοπέδη σε κάθε καινούριο και δυναμικό στην παραγωγή ιδεών.  Χρειάζεται ελεύθερο πανεπιστήμιο για να έχουμε μια ελεύθερη κοινωνία γνώσης.

 

*Ο Γιώργος Μπαλωμένος είναι φοιτητής Διεθνών Σχέσεων. Έχει μετεκπαιδευτεί στην πολιτική ηγεσία στη Διεθνή Ακαδημία Ηγεσίας στο Gummersbach της Γερμανίας. Είναι μέλος των Young Liberals. Η έρευνα για την παραπάνω ανάλυση έγινε δυνατή με τη στήριξη του Friedrich Naumann Stiftung.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *